Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2010

Μη.Μη.Μη.




Φίλε κυριούλη, φίλη κυριούλα.
Εσύ που διαβάζεις αυτό το άρθρο τελος πάντων…

Είχα όλη τη καλή διάθεση να κάτσω να γράψω για τα δέκα χρόνια μετρό που είναι και το αφιέρωμα του τεύχους. Αλλά μετά μπήκα στο μετρό. Και μετά σε λεωφορείο. Και μετά σπίτι. Ένα ράκος.

Όχι πως έχουν κάτι τα ΜΜΜ μας (μέσα μαζικής μεταφοράς ντε). Ίσα, ίσα να μη τα ματιάσω μια χαρά είναι. Οι φίλοι συμπολίτες και συμπολίτισσες έχουν μπόλικα. Κι εσύ μη με κοιτάς καθόλου μ΄ αυτό το υφάκι. Το ξέρεις πολύ καλά πως έχω δίκιο. Αρκεί να θυμηθείς πόσα από τα παρακάτω έκανες τη τελευταία εβδομάδα. Όλα τους εμπίπτουν στη κατηγορία «ελληνιές».

Ας το πιάσουμε το θέμα από την αρχή. Μια μέρα ξύπνησα νωρίς. Πολύ νωρίς για να είμαι πιο σαφής και πιστέψτε με δε το κάνω ιδιαίτερα συχνά. Ξεπερνώντας το σοκ μου, τη πρωινή γκρίνια και τη νύστα βγαίνω από το σπίτι. Έχω ήδη αποφασίσει πως δε θα πάρω αυτοκίνητο. Πρωινιάτικα στο κέντρο με δαύτο είναι κόλαση. Μετρό! Κατεβαίνω τις κυλιόμενες κύριος κι επειδή συνήθως τις περπατάω κιόλας –από αριστερά- σταματάω πριν τη πλάτη ενός κυρίου με ένα απλό: «Συγγνώμη, μπορώ να περάσω;». Απάντηση: «Να περιμένετε».

Παρακαλώ; Δηλαδή είσαι σοβαρός άνθρωπέ μου; Τη δόλια τη κοπελίτσα που το λέει κάθε τρεις και λίγο αυτό το «Παρακαλούμε να στέκεστε δεξιά», ΟΚ τη γράφεις. Κι αν εγώ ως δεύτερος δόλιος βιαζόμουν – λέμε τώρα- πολύ που χέστηκες ένα πράγμα. Μαζικής Μεταφοράς, ΜΑ-ΖΙ-ΚΗΣ, όχι ατομικής.

Έστω. Πάω για εισιτήρια.
-Καλημέρα , λέω με χαμόγελο –καθαρά εξαναγκασμένο-, είχα ακόμα γκρίνια-
-… (παύση)
- Δύο εισιτήρια παρακαλώ, ξαναλέω γλυκά.
- … (παύση), αλλά ευτυχώς μου τα δίνει. Πολύ ωραία, τουλάχιστον δεν είναι κουφός, απλά με αγνοεί.
- Ευχαριστώ πολύ…

Κατεβαίνω προς τις αποβάθρες ακούγοντας μουσικούλα και μου φτάνει παραγγελιά ο συρμός… Και ξάφνου! Τι εικόνες της Παναγίας, τι κλάμπ, τι δωρεάν τηλεοράσεις, τι εκπτώσεις 90%! Σχεδόν αυτόματα έγινε επίθεση από όλα τα μέτωπα. Τα τσούρμα μπροστά από κάθε πόρτα παλεύουν με νύχια και με δόντια για πενήντα τετραγωνικά εκατοστά χώρου τσαλαπατώντας οτιδήποτε και πρώτα απ’ όλα την αξιοπρέπεια. Οι καημένοι οι άνθρωποι που θέλανε να βγούνε φτάσανε στο σημείο να σπρώχνουν και να ουρλιάζουν…

Δηλαδή, ειλικρινά τώρα. Πόσο μυαλό θέλει για να σκεφτείς να περιμένεις πρώτα να βγουν οι άλλοι και μετά να περάσεις μέσα; Και πόσο περισσότερο για να καταλάβεις πως δεν είναι δυνατόν να χωρέσεις σε ένα τετραγωνικό μέτρο μαζί με δύο κυρίες – μια σένια και μια ευτραφούλα θείτσα-, ένα τεκνό, δύο ηλικιωμένους πέντε πάπιες και έναν κροκόδειλο;! Έλεος! Περιμένεις το επόμενο πια. Τρία λεπτά θα κάνει. Κάτι σου είπα τώρα…

Με τα πολλά μπαίνω στο επόμενο. Κι αυτό γεμάτο αλλά πι ανθρώπινα σε κάθε περίπτωση. Συνήθως πάω στον ενδιάμεσο χώρο των βαγονιών στα καινούρια γιατί είναι πιο αραιά. Δεν έχει να κρατηθείς βλέπεις από κάπου κι αν πατήσει φρένο έχεις αλλάξει βαγόνι για πλάκα. Φτάνω και το μάτι μου πέφτει πάνω σε μια κοπελίτσα. Βασικά δεν είχε και πολλές επιλογές για το πού θα πέσει μια και φόραγε ότι φωσφορίζων χρώμα υπάρχει πάνω της. Απέναντί της κάθονταν δυο παιδιά γύρω στα εικοσιπέντε. Και από πάνω τους στέκονταν μια έγκυος κυρία. Δηλαδή… στεκόταν η γυναίκα… όρθια. Και τίποτα! Κανείς σε απόσταση πέντε μέτρων δε προσφέρθηκε να σηκωθεί. Και δε σου λέω να σηκωθείς για τη κυρία τη πενηντάρα μες το νεύρο που στο απαιτεί και μάλιστα αγενώς. Εκεί όλα τα δίκια μαζί σου.

Μετά από αυτό το υπόγειο τέταρτο της ώρας βγαίνω σύνταγμα, κάνω τις δουλειές μου, αναπνέω τον καθαρό αέρα του κέντρου και αποφασίζω να γυρίσω με λεωφορείο. Πόση συγκίνηση ν’αντέξω άλλωστε σε μια μέρα;

Μπαίνω από την αφετηρία και πάω και πιάνω θέση γαλαρία. Δίπλα μου κάθονται δυο παιδιά από Πακιστάν. Ξεκινάμε, τσούκου, τσουκου, τσουκου… γεμίζει κι αυτό. Μια κυρία πλησιάζει και προσπαθεί να περάσει για να κάτσει κάποια στιγμή στη θέση δίπλα στα παιδιά. Τόση αηδία σε ένα πρόσωπο δεν έχω ξαναδεί. Σιγά κυρά μου δε θα πάθεις τίποτα. Άνθρωποι είναι! Κι όχι τίποτα άλλο, αυτοί δε φοράνε κι αυτό το αηδιαστικό πατσουλί που θα πρέπει να υπομείνω για το υπόλοιπο της διαδρομής από εσάς. Και μια και αναφέρθηκα στις μυρωδιές. Ανακαλύψτε επιτέλους σε αυτή τη χώρα τα αποσμητικά. Και αν γίνεται έτσι για να έχουν παρέα και μια δόση πολιτισμού κι ευγένειας.

Γκρίνια τέλος. Γιαννης out.

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2010

Νόμος του Νεύτωνα. Α μέρος

Πατρίδα: Γένους θηλυκού, ετυμολογικά αρσενική, νοήματος ουδέτερου.





Γεννήθηκα 15 Ιουλίου, Πέμπτη μεσημέρι. Καθόλου βολική ημερομηνία πρέπει να σας ενημερώσω. Για το Πέμπτη πάει στο καλό… Μετά από 20 χρόνια κατάφερα να τη μετατρέψω στην αγαπημένη μου μέρα. Αλλά το ντάλα κατακαλόκαιρο που το πας; Και μη κοιτάς τώρα! Τότε ένα σκατουλάκι 3 κιλών μέσα στο κλάμα έπρεπε να περάσει τους δύο πρώτους μήνες της ζωής του σε θερμοκρασία προθέρμανσης φούρνου.

Το πρώτο πράγμα που είδα κατά πάσα πιθανότητα ήταν ο κύριος γιατρός του «Μητέρα» και νοσοκόμες. Μετά κάπου στο βάθος το μπαμπά να δίνει πεντοχίλιαρα, τη μαμά σε νάρκωση (ναι, με καισαρική γεννήθηκα, προβληματικό από μικρό) και κατά πάσα πιθανότητα έκανα τη σκέψη πως θα με κυνηγάει σε όλη μου τη ζωή ότι θα είμαι το πιο βαρετό ζώδιο και όλοι θα με λένε ευάισθητο… Ένα δράμα! Μάλλον τότε πήρα την απόφαση να μην ασχοληθώ με τα ζώδια αλλά με τη φυσική.

Κάπως έτσι λοιπόν, στη καλοκαιρινή Αθήνα, γεννήθηκα. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Και μόνο μια λέξη μπορεί να περιγράψει το όλο σκηνικό: «Τυχαία», ή για να το θέσω πιο επιστημονικά, χωρίς προηγούμενη γνώση όλων των παραγόντων που θα προκαλούσαν το συγκεκριμένο γεγονός. Προτιμώ το τυχαία βέβαια. Δε θα κάθομαι να γράφω μια ολάκερη πρόταση αντί για μία λέξη, λυπούμαι πολύ.

Και κάπως έτσι μεγάλωσα, μέσα στο καυσαέριο, στο Βύρωνα, σε καλά σχολεία με τους φίλους που βρέθηκα να κάνω, τις σχέσεις και τις επιλογές και αυτούς και αυτές που απέρριψα και με απέρριψαν. Ξανά τυχαία αν θες με μόνο ντετερμινισμό τα γονίδιά μου. Και οι άνθρωποι που γνώρισα και έμειναν ή έφυγαν μου καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό το πλαίσιο όχι της σκέψης μου, αλλά σίγουρα των πιστεύω μου σε κάποιο βαθμό. Στο σχολείο για παράδειγμα πήγαινα σε όλες τις γιορτές, βαριόμουν αφόρητα τις παρελάσεις και να ακούω για το αθάνατο ελληνικό πνεύμα και γενικά όλα τα αθάνατα που διδασκόμουν. Παρ’ όλα αυτά έκανα αρκετά χρόνια να τα’ αποτινάξω. Να δεις πού είναι είδος αλκοολισμού.

Σαφώς και οι άνθρωποι που γεννιούνται σε ένα συγκεκριμένο τόπο και χρόνο έχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά που οφείλονται στις συνθήκες που μεγαλώνουν και στην ιστορία του τόπου και των προγόνων τους. Αυτό που διδασκόμαστε ως το πλαίσιο του πίνακα «πατρίδα». Αλλά το κομβικό σημείο που νομίζω πρέπει κανείς να κατανοήσει είναι η τυχαιότητα του να βρεθεί στο εδώ και το τώρα, όπως και η αντίστοιχη των προγόνων του καθώς και όλων των εν ζωή ανθρώπων του πλανήτη. Αν θέλουμε η τυχαιότητα αυτή περιορίζεται κάπως από τη στιγμή που μπάινει ή εκούσια και με κατανόηση επιλογή στο παιχνίδι

Κανείς δε γεννήθηκε με ιδία βούληση και συνθήκες, αλλά σίγουρα κάνει το καλύτερο δυνατό για να επιβιώσει και σε περίπτωση που έχει τη δυνατότητα επιλογής να εξελιχθεί και να βοηθήσει τους άλλους. Και μόνη πατρίδα που μπορεί να βοηθήσει προς αυτή τη κατεύθυνση είναι ό,τι αγαπάμε και μας αγαπάει, ό,τι ονειρευόμαστε και ελπίζουμε μέχρι το σημείο που αυτό δε περιορίζει την ελευθερία και την αντίστοιχη «πατρίδα» κάποιου άλλου, περισσότερο ή λιγότερο τυχερού.



www.metropolisnews.gr

Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2010

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2010

Σχεδόν.

Πριν λίγο κατέληξα πως πρέπει να είναι από τις πιο ύπουλες λέξεις.

Σχεδόν ευτυχής, σχεδόν τέλειο, σχεδόν τέλιωσα...

Ξεκλέβει πάντα κάτι από αυτό που θα θελες πιο πολύ να έχεις. Και δε σ' αφήνει να καταλάβεις κιόλας. Δίπλα από οποιαδήποτε χαριτωμένη, θετική ή αγαπημένη λεξούλα τσουκ πάρε και την αντίθετη στο υποσυνείδητο να σου βρίσκεται πρόχειρη.

Το σχεδόν λοιπόν είναι παράγωγο των αποτυχιών της εποχής μας.

Πρόχειρο. Α μα πια.

Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2010

ταξίδι στο τραίνο με σίριους πέρσονς



----------------------------------------------------------



Τίποτα δε μπορούσε να με προϊδεάσει για το τι θα συνέβαινε. Είχα ήδη περάσει 2 ώρες παρέα με τη Δήμητρα στη καντίνα του τραίνου, σχεδόν αγκαζέ με μια φωλιά παοκτζήδων, οι οποίοι επικοινωνούσαν με κραυγές. Η τεστοστερόνη γέμιζε αποπνικτικά τον υπόλοιπο άδειο χώρο και αναγκαστήκαμε να γυρίσουμε στις θέσεις μας.

Βουτάω ένα σουντόκου - μα τι άσχημο όνομα- και φυσικά πάω ως γνήσιος εγωκεντρικός ψώνιος στο πιο δύσκολο. Όλα καλά ως εδώ. Δε δίνω και πολύ σημασία γύρω μου, συγκεντρώνομαι κοντολογίς και ούτε καν παρατηρώ τις πλεκτάνες που υφαίνονται γύρω μου. Μέσα σε λίγα λεπτά ο διπλανός μου άρχισε να με πρήζει για τις λύσεις. Aπροπό δεν υπάρχει παρά μόνο ένα χειρότερο πράγμα απο αυτόν τον διπλανό σου να επιμένει. Να κάνει λάθος και να επιμένει. Οκ, αλλά ας μη τα δραματοποιώ, ήταν χαριτωμένο...

Ξάφνου όμως το αυτί μου λαμβάνει εκτός απο "το 5 εκεί", απο τα αριστερά μου και κάποιες λέξεις κλειδιά από τη δεξία. Την άκρα. Γυρνάω με κίνδυνο του αυχένα μου, το σουντοκου - ειλικρινά καλύτερο όνομα δε μπορούσαν να βρου;- ξεχασμένο και βλέπω 4 κυρίες... Μια καταφανώς θρήσκα με μια ολόχρυση αλυσίδα να κουβαλά το δικό της σταυρό κ ένα πουκάμισο που κούμπωνε μέχρι και το σαγόνι. Δίπλα της μια κυρία μεγάλη, αυστηρή, σωστή Τασσώ Καββαδία. Απέναντι τους, στο παράθυρο μια καημενούλα γλυκιά κυρία που όλοι μας λυπηθήκαμε γιατί ουτε μίλαγε, ουτε λαλαγε, πόναγε το ποδαράκι της και της φάγανε και τη πιτούλα που είχε φέρει να τσιμπολογήσει. Τέλος, ακριβώς δίπλα μου, κάθονταν η επαναστάτης της παρέας. Οι κυρίες είχαν μόλις συστηθεί...

Η λέξη που με γύρισε ήταν "μετανάστες". Και μετά... και μετά... Βρε να πάνε στη χώρα τους, που σου αντιμιλάνε κιόλας, και δε ντρέπονται λίγο, που θέλουν και ίδια δικαιώματα μ' εμάς και που οι έλληνες όταν ήταν γερμανία ήταν με το κεφάλι κάτω. Το σουντόκου έστεκε εγκαταλελειμένο κι εγώ με γουρλωμένα μάτια. Τώρα παρακολουθούσαμε όλοι! (Για να έχεις καλύτερη εικόνα να σου πω πως και η δικιά μας και η δικιά τους παρέα καθόμαστε γύρω από τραπεζάκια και ήμασταν δίπλα - σχεδόν ένιωθα τις μασέλες τους σε λέω)

Το θέμα πήδηξε απαλά σε θέματα γυναικείας ισότητας και η επαναστάτης κυρία έδειξε το πρόσωπό της, κάτι που ξέχασε να κάνει στο προηγούμενο θέμα και άρχισε τους λόγους... Γιατί οι γυναίκες είναι χειραφετημένες! Και συμφωνούσα μαζί της, το παραδέχομαι. Οι άλλες δύο να έχουν βγάλει σπυριά, οι άντρες είναι άλλο και μπορούν να πηγαίνουν με πολλές γυναίκες (η μία βγήκε στη φόρα πως ήταν απο τη λάρισσα)... Πόσοι αναστεναγμοι...

Πλέον τίποτα δε μας έσωζε από το να πάμε στην εξομολόγηση, τον κύριο, την εκκλησία, τη μαγεία. Ήξερες λοιπόν πως η τιμωρία για μαγεία είναι 30 χρόνια αποχή απο τη μετάληψη; ε; Το τι πεντάλφα και 666 έκανα στο Σουντόκου δε λέγεται. Ο Γιώργος απέναντι αγαπούσε τη κυρία που της έφαγαν τη πίτα, εγώ άκουγα την επαναστάτρια να δηλώνει άθεη, ο διπλανός μου να επιμένει για το "5" και η Δήμητρα να έχει λιώσει στα γέλια.

Δε μποτομλαιν ιζ οτι έφριξα. Είχα καιρό να έρθω σε τόσο άμεση επαφή με τη παπαγαλία του παρελθόντος, της οποίας η πιο επαναστατική φωνή είναι έτοιμη να φτύσει κάθε μετανάστη. Και στη τελική ένιωσα οίκτο. Όχι γιατί αυτά που πιστεύω εγώ είναι σωστά(που προφανώς τα θεωρώ), αλλά γιατί τουλάχιστον έχω την ελάχιστη αξιοπρέπεια και σεβασμό στην εξέλιξη ωστε να τα αναθεωρώ και να τα αμφισβητώ. Και να προσπαθώ να είμαι ευτυχής και ταυτόχρονα ελεύθερος.

Στη τελική θα πεθάνεις.