Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2009

Ραντεβού στο κέντρο






Καθημερινή στο κέντρο της Αθήνας. Έχω φτάσει δέκα λεπτά νωρίτερα, ως συνήθως και περιμένω. Κατά πάσα πιθανότητα θα περιμένω κι άλλα δέκα δώρο, γιατί σπάνια είναι στην ώρα του. Αν είχε λίγο παραπάνω κίνηση ή ίσως αν δεν έβρισκα αμέσως πάρκινγκ… Δε ξέρω πως έγινε, σε κάθε περίπτωση και απλά βολτάρω έξω από το σταθμό του μετρό, γεμίζοντας ένα εικοσάλεπτό που προβλέπεται αυστηρά δικό μου με θέα στην Ακρόπολη.

Πάω προς το περίπτερο να πάρω τσίχλες. Πριν λίγο μου τελειωσαν. Προφανώς, δε βιάζομαι ιδιαίτερα και χαζεύω λίγο. Μπροστά μου είναι μια κυρία που κοιτά κάτι καραμέλες. Μια μικροσκοπική κυρία, ηλικιωμένη. Ο περιπτεράς αρχικά ούτε που την κοιτά. Με τα πολλά, αποφασίζει και παίρνει καραμέλες βουτύρου και μαζί κι ένα πακέτο πατατάκια. Δίνει ψιλά. Αγοράζω τις τσίχλες βιαστικά και γυρίζω να φύγω. Δεν έχει κάνει ούτε δέκα μέτρα και σταματά μπροστά σ’ έναν άστεγο ή Junky όπως θα ‘λεγε ο κάθε «κανονικός». Του δίνει τα πατατάκια. Δε την προσέχει κανείς. Πιάνει τη κουβέντα. Χήρα, δυο παιδιά και κατι εγγόνια σε ψιλά, που δε βλέπει συχνά και μια σύνταξη που βλέπει ακόμη πιο σπάνια. Προχωρά σταθερά μετά, περιμένει το φανάρι και περνάει το δρόμο.

Στη πλατεία έχει ινδιάνικη μουσική ή τέλος πάντων κάτι που ετσι διαφημίζεται. Μετά τη σκηνή, πλησιάζω για να περάσει λίγο η ώρα. Έχουν πέράσει αισίως πέντε λεπτά και βάλε. Που και πού ρίχνω καμια ματιά στον άστεγο με τα πατατάκια. Πρώτη φορά αναρωτιέμαι τι ζωή κάνει αυτός ο άνθρωπος. Τι ζωή είχε και κυρίως ποια είναι τα όνειρά του. Περνάμε καθημερινά δεκάδες τέτοιους ανθρώπους. Προσπερνάμε μάλλον, καλύτερα. Στη καλύτερη να νιώσουμε οίκτο. Αυτό είναι το τέλος του δρόμου. Τελειώνει με κέρμα ο συνειρμός, όχι με σκέψη. Πόσο ειρωνικό! Το μόνο που ξέρω είναι πως ο δήμος οργανώνει συσσίτια. Α ναι μωρέ και η εκκλησία …

Το παίρνω λίγο αριστερά, και πέφτω σε πραμάτειες. Ό,τι να ‘ναι! Από αυτοκινητάκια εισαγωγής Πακιστάν μέχρι αφρικάνικες LV. Ζήτω! Αυτό που μ’ αρέσει στους μετανάστες είναι η ειλικρίνεια στο βλέμμα. Έχουν έρθει γεμάτοι ελπίδα και πολλές φορές η δουλειά αυτή τους τη δίνει, ενώ άλλες φορές τους αρέσει. Το καταλαβαίνεις με ένα κοίταγμα. Και τον φόβο επίσης. Είναι να μη δουν μπάτσο και σκούπα. Μένουν δέκα-δέκα πολλές φορές σε γκαρσονιέρες υπόγειες ή δυάρια για να γλιτώνουν χρήματα. Τα άλλα τα στέλνουν στην οικογένειά τους και βάζουν και στην άκρη για να γυρίσουν πίσω και να αρχίσουν κάτι δικό τους. Κάποιοι είναι χριστιανοί, κάποιοι ισλαμιστές και κάποιοι ινδουιστές – όχι ότι είχαν και πολλές επιλογές σε όλες τις περιπτώσεις-. Υπάρχουν, πάλι κάποιοι που επιλέγουν να έρθουν και να μείνουν εδώ. Κάνουν οικογένειες και παιδιά. Παιδιά που δε μπορούν καν να πάρουν την ελληνική υπηκοότητα. Σωστά, είναι διαφορετικοί μωρέ. Δε θέλω ν αγοράσω κάτι. Τις προάλλες μόνο πήρα από αυτές τις χλαπάτσες σε σχήμα παπάκι.

Ξαναφθάνω στην έξοδο του σταθμού και ακόμη τίποτα. Μπαίνω μέσα και ξαναβγαίνω. Κι άλλος κόσμος έχει ραντεβού. Δεν είμαι ο μόνος. Κανονικές ζωές, κανονικοί άνθρωποι σε μια κανονική πόλη, την Αθήνα. Ξέρετε, από αυτούς που δε διαφέρουν με τη πρώτη ματιά. Βλέπω ένα ζευγάρι στο βάθος που έρχεται κατά πάνω μου. Κρατιούνται χέρι χέρι και μου κάνει εντύπωση. Πέφτουν τα πρώτα βλέμματα. Μάλλον πάνε γκάζι. Πέφτουν και δεύτερα. Μάλλον, το νιώθουν γιατί αφήνονται. Μου ‘ρχεται στο μυαλό ο υπέροχος στίχος: «Πρέπει το χέρι σου ν’ αφήνω και απ τον κόσμο μέσα να περνώ». Τόσα χρόνια πριν γραμμένος και ακόμη αφήνουν τα χέρια. Πόσο κρίμα. Οι δυο άντρες πιθανώς να ‘ναι μαζί χρόνια ή να ‘ναι απλά το δεύτερο ραντεβού. Στο μέλλον μπορεί και να θέλουν να ζήσουν μαζί. Να παντρευτούν- όχι σε εκκλησία μη τρομάζεις, πολιτικός θα ναι-. Απλά για να έχουν το ίδιο διακαίωμα με κάθε άλλον, νομική κάλυψη. Ξέρεις τώρα… αηδίες μωρέ.

Ακούω ένα αφηρημένο συγγνώμη. Μια κυρία, μαμά σε καροτσάκι με προσπερνά αφού με έχει χτυπήσει λίγο. Το σπρώχνει ο γιος της. Πρέπει να είναι 18ρης. Μουρμουρίζω αδύναμα: «μα δε πειράζει» και φεύγει χαμογελώντας. Τη βλέπω να φτάνει την άκρη στο πεζοδρόμιο και να θέλει να περάσει απέναντι. Απλά δε μπορεί. Α, όχι τη βοηθά ο γιος της. Παίρνει λίγο χρόνο. Κέντρο Αθήνας, Μοναστηράκι στη πλατεία. Και εδώ είναι τυχερή. Εύχομαι να μη μένει Κυψέλη. Μα τι λέω! Αν έμενε Κυψέλη δε θα μπορούσε καν να βγει. Την έχουν απολύσει πρόσφατα. Η κρίση βλέπεις.

Οι ινδιάνοι μόλις τελείωσαν! Η Αθήνα μοιάζει ένα τεράστιο χωριό. Ο κόσμος της χορεύει. Ο καθένας στο ρυθμό της μουσικής του. Σκουντουφλάμε και πέφτουμε ατσούμπαλα έτσι, πάνω σε άλλους, πληγώνουμε, αγαπάμε και φέυγουμε στο ρυθμό μας. Δείχνουμε σεβασμό, είμαστε συμπονετικοί και φιλόξενοι και κυρίως δεκτικοί σε κάθε τι καινούριο. Ζούμε τη ζωή μας και μόνο τη δική μας με μάτι ανοιχτά και καρδιές γεμάτες και γρήγορες. Προσπεράσεις από δεξιά, αριστερά ή κέντρο. Το άγχος μας πιέζει, η οικονομία πάει από το κακό στο καλύτερο και η ζωή σταματά σε τέσσερις τοίχους, έναν καφέ και μια ή δυο εξόδους το Σαββατοκύριακο.

Ήρθαν όλοι περίπου την ίδια ώρα. Είναι που είχαν ραντεβού, ή για βόλτα. Θα μπορούσε σε όλους ν’ αρέσει το τραγούδι που ακούω. Θα μπορούσαν να μένουν δίπλα μου και να μου χτυπάνε για ζάχαρη, να είναι συγγενείς μου ή να είμαι και εγώ. Και το πιο τρομακτικό για όσους ήδη διαφωνούν μαζί μου, θα μπορούσες να είσαι κι εσύ! Το σίγουρο είναι πως μένουν στην ίδια πόλη. Μια πόλη που ο κόσμος της πραγματικά μπορεί να είναι συμπονετικός, φιλόξενος και ανοιχτός στο καινούριο. Μια πόλη που μπορεί να βελτιωθεί στο να περνά ο κόσμος απέναντι για να συναντά τους άλλους και όχι να σκοντάφτει πάνω τους. Μια πόλη όπου τα ραντεβού θα είναι για να βγαίνεις μαζί με κάποιον. Και τέλος μια πόλη που δε βλέπεις σε αυτή μόνο το παρελθόν σου, αλλά και το μέλλον σου. Αρκεί να έχεις δέκα με είκοσι λεπτά να σταματήσεις από τη κανονικότητα που δεν έχεις, ούτε είχες ποτέ και να σκεφτείς.

Το τραγούδι που άκουγα τελειώνει. Ήρθε με μόνο δεκαπέντε λεπτά καθυστέρηση. Το μετρό άργησε λίγο και ήταν και αυτός ο σκύλος που έφαγε το τετράδιο. Το ραντεβού μου είχε φύγει. Όλα κανονικά.

4 σχόλια: